Φορολογικός σχεδιασμός και έγκαιρη πληροφόρηση στην Διοίκηση των Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων σε θέματα Marketing, Οικονομικών Υπηρεσιών, Γραμματειακής υποστήριξης εξ αποστάσεως, Τμήμα Τεχνικής Υποστήριξης. Τηλέφωνο 210-9015539 Λογιστικό γραφείο - NEXUS management consultants - Φοροτεχνικοί ΚΦΕ Άρθρο 34 ∆ιαφορά εισοδήµατος και υπολογισµός του φόρου αυτής

8 Ιανουαρίου 2014

ΚΦΕ Άρθρο 34 ∆ιαφορά εισοδήµατος και υπολογισµός του φόρου αυτής

ΚΦΕ Άρθρο 34 ∆ιαφορά εισοδήµατος και υπολογισµός του φόρου αυτής 

Άρθρο 34 ∆ιαφορά εισοδήµατος και υπολογισµός του φόρου αυτής

1. Η διαφορά που προκύπτει µεταξύ του τεκµαρτού και του συνολικού εισοδήµατος κατά την πα-
ράγραφο 1 του άρθρου 30, η οποία προστίθεται στο φορολογητέο εισόδηµα, προσδιορίζεται από τη
Φορολογική ∆ιοίκηση κατά το ίδιο φορολογικό έτος σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις επόµενες παρα-
γράφους και φορολογείται:
α) σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 15 εφόσον ο φορολογούµενος έχει εισόδηµα µόνο
από µισθωτή εργασία ή/και συντάξεις ή εφόσον το µεγαλύτερο µέρος των εισοδηµάτων του προκύπτει
από µισθωτή εργασία και συντάξεις ή
β) σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 29, εφόσον ο φορολογούµενος έχει εισόδηµα µόνο
από επιχειρηµατική δραστηριότητα ή εφόσον το µεγαλύτερο µέρος των εισοδηµάτων του δεν προκύ-
πτει από µισθωτή εργασία και συντάξεις.
2. Η Φορολογική ∆ιοίκηση κατά τον προσδιορισµό της διαφοράς της προηγούµενης παραγράφου
υποχρεούται να λάβει υπόψη τα αναγραφόµενα στη δήλωση χρηµατικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται
από νόµιµα παραστατικά στοιχεία. Ο φορολογούµενος φέρει το βάρος της απόδειξης για τα ποσά που
ιδίως είναι:
α) Πραγµατικά εισοδήµατα τα οποία αποκτήθηκαν από τον φορολογούµενο και τα εξαρτώµενα µέ-
λη του και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται µε ειδικό τρόπο σύµφωνα µε τις
ισχύουσες διατάξεις. Αν τα εισοδήµατα αυτά αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή, αναγνωρίζονται, εφόσον
υπόκεινται σε φόρο εισοδήµατος στην Ελλάδα ή απαλλάσσονται νοµίµως από αυτόν.
β) Χρηµατικά ποσά που δεν θεωρούνται εισόδηµα κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
γ) Χρηµατικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων.
δ) Εισαγωγή συναλλάγµατος που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον
δικαιολογείται η απόκτησή του στην αλλοδαπή.
∆εν απαιτείται η δικαιολόγηση της απόκτησης αυτού του συναλλάγµατος για τα πρόσωπα:
αα) Που είναι φορολογικοί κάτοικοι άλλου κράτους.
ββ) Που είχαν διαµείνει τρία (3) τουλάχιστον χρόνια στην αλλοδαπή και η εισαγωγή του συναλ-
λάγµατος γίνεται µέσα σε δύο (2) χρόνια από τη µετοικεσία τους.
γγ) Που είχαν διαµείνει πέντε (5) τουλάχιστον συνεχή χρόνια στην αλλοδαπή και το επικαλούµενο
ποσό συναλλάγµατος προέρχεται από καταθέσεις στο όνοµά τους ή στο όνοµα του άλλου συζύγου σε
τραπεζικό λογαριασµό ανοιγµένο σε χώρα της Ε.Ε./ΕΟΧ ή σε υποκατάστηµα ελληνικής τράπεζας στο
εξωτερικό κατά το χρόνο που διέµεναν στην αλλοδαπή ή από καταθέσεις τους − µέσα σε έναν (1) χρόνο από τη µετοικεσία τους στην Ελλάδα χωρίς το συνάλλαγµα αυτό να έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή. Η προϋπόθεση της µη επανεξαγωγής του συναλλάγµατος δεν απαιτείται για το ποσό εκείνο του συναλλάγµατος που έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή για την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 31, εφόσον η δαπάνη για την απόκτηση αυτού του στοιχείου έχει ληφθεί υπόψη κατά την εφαρµογή του άρθρου 32, ή του άρθρου 34.
ε) ∆άνεια, τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται µε έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρο-
νολογία. Ειδικώς, όταν πρόκειται για την κάλυψη διαφοράς δαπάνης της προηγούµενης παραγράφου,
κατά το ποσό που προέρχεται από δαπάνη του άρθρου 32 ή του άρθρου 34, το ποσό του δανείου λαµ-
βάνεται υπόψη εφόσον από το οικείο έγγραφο αποδεικνύεται ότι έχει ληφθεί πριν από την πραγµατο-
ποίηση της σχετικής δαπάνης.
στ) ∆ωρεά ή γονική παροχή χρηµατικών ποσών για την οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει
υποβληθεί µέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγµατοποιήθηκε η σχετική δαπάνη.
ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγµένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούµενα έτη ή νόµιµα
έχει απαλλαγεί από το φόρο.
Για τον προσδιορισµό του κεφαλαίου αυτού ανά έτος, από τα πραγµατικά εισοδήµατα που έχουν
φορολογηθεί ή νόµιµα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συµψηφισµό των θετικών
και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηµατικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, ε΄
και στ΄ της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγµένα έχει εισπρα-
χθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 31 και 32, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται
της εφαρµογής των άρθρων αυτών. Αν δεν υπάρχουν δαπάνες µε βάση το άρθρο 31 ή αν το ποσό τους
είναι µικρότερο από τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειµένου για άγαµο και πέντε χιλιάδες (5.000)
ευρώ προκειµένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται µε βάση την κοινωνι-
κή, οικονοµική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουµένων και τις αποδεδειγµένες δαπάνες
διαβίωσής τους και σε καµιά περίπτωση δεν µπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) και
πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα.
Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω περιπτώσεων τα µειώ-
νει και η διαφορά που προκύπτει λαµβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισµό της συνολικής
ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισµό του εισοδήµατος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούµενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.
Για την κάλυψη ή περιορισµό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρµογή των διατάξεων αυ-
τής της περίπτωσης δεν έχουν εφαρµογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2019/1992 (Α΄ 34) για τα
ποσά των πραγµατικών ή τεκµαρτών δαπανών που πραγµατοποιούνται από 1.1.1994. Χρηµατικά ποσά
που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν, υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου
του άρθρου 10 του ν. 2019/1992, για την κάλυψη ή τον περιορισµό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται
από το κεφάλαιο που σχηµατίζεται από προηγούµενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται µε βάση όσα ορί-
ζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης.
3. Για τον προσδιορισµό των κερδών από επιχειρηµατική δραστηριότητα σύµφωνα µε τις διατάξεις
του παρόντος άρθρου, η ζηµία του ίδιου φορολογικού έτους ή και των προηγούµενων δεν εκπίπτει και
δεν µεταφέρεται για συµψηφισµό στα επόµενα φορολογικά έτη.
4. Οι φορολογούµενοι που δεν αναγράφουν ή ανακριβώς αναφέρουν στη δήλωση τα στοιχεία, τα
σχετικά µε τις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων (δαπάνη αγοράς ή ανέγερσης ακινήτων)
και τον προσδιορισµό της ετήσιας συνολικής δαπάνης διαβίωσης, υπόκεινται στις κυρώσεις και τα
πρόστιµα σύµφωνα µε τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής ∆ιαδικασίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια, ερωτήσεις ή παρατηρήσεις εδώ :

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ